Ενημερωτικός Κόμβος

Α.1010/2020 Καθορισμός χρόνου έναρξης εφαρμογής για την υπαγωγή στη πάγια ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 43 του ν. 4646/2019

Αγαπητοί ,

Εκδόθηκε η σχετική εγκύκλιος  απόφαση σχετικά με την παγία ρύθμιση οφειλών από 12 σε 24 δόσεις όπως είχε προβλεφθεί στον Ν.4646/2019 άρθρο 43. Η ρύθμιση έχει εφαρμογή από 26/2/2020 κατόπιν αίτησης του οφειλέτη φυσικό η νομικό πρόσωπο .

Στην ρύθμιση εντάσσονται οι παρακάτω οφειλές

α) οι βεβαιωμένες μη ληξιπρόθεσμες, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, οφειλές ή δόσεις οφειλών και
β) οι βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, οφειλές που τελούν σε αναστολή πληρωμής

Η υπαχθείσα στη ρύθμιση βασική οφειλή επιβαρύνεται με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής οι οποίες υπολογίζονται από 1.1.2013 με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, πλέον οκτώ εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο, το οποίο και παραμένει σταθερό καθ΄ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής .Η νέα ρύθμιση θα έχει προβλεπόμενο επιτόκιο ι από 4,95% αν οι δόσεις δεν ξεπερνούν τις 12 και φτάνει ακόμη και στο 5,95% αν οι δόσεις φτάνουν έως τις 24. Για οφειλές που ρυθμίζονται σε περισσότερες από δώδεκα μηνιαίες δόσεις, το επιτόκιο προσαυξάνεται κατά μιάμιση εκατοστιαία μονάδα (1,5%). Επί της ουσίας η ρύθμιση θα κοστίζει ακριβότερα για όσους αποφασίσουν να τακτοποιήσουν τις τακτικές οφειλές τους με το ανώτατο όριο των δόσεων που θα προβλέπει η ρύθμιση. Σημειώνεται ότι η ελάχιστη μηνιαία δόση διαμορφώνεται στα 30 ευρώ.

Οφειλές οι οποίες κατά την 1-11-2019 δεν τελούσαν σε ρύθμιση και οι οποίες μέχρι τις 26/2/2020 έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση δύνανται από τις 26-2-2020, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, να υπαχθούν, για το υπόλοιπο αυτών, σε ρύθμιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4646/2019. Διαφορετικά συνεχίζουν να τελούν σε ρύθμιση σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των προϊσχυουσών διατάξεων.

5. Με την ένταξη των οφειλετών στη ρύθμιση, η εφορία δεν προχωράει στην αναστολή δεσμεύσεων και κατασχέσεων που είτε έχουν επιβληθεί είτε θα επιβληθούν. Όπως προκύπτει από τη σχετική διάταξη στις περιπτώσεις που πιστώνονται ποσά στους τραπεζικούς λογαριασμούς, θα δεσμεύονται και θα κατάσχονται από τις φορολογικές αρχές προκειμένου να χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή του εκάστοτε ανεξόφλητου υπολοίπου των οφειλών που θα έχουν ενταχθεί στη νέα πάγια ρύθμιση.

Ο φόρος εισοδήματος, ο ΕΝΦΙΑ ή ο ΦΠΑ μπορούν να ρυθμιστούν σε 24 δόσεις, ενώ οι έκτακτες οφειλές όπως ο φόρος κληρονομιάς ή πρόστιμα μπορούν να ρυθμιστούν σε 48 δόσεις.

Οι τακτικές οφειλές (φόρος εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ) μπορούν να ρυθμιστούν έως και σε 24 δόσεις χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, ενώ οι έκτακτες οφειλές (φόρος κληρονομιάς, πρόστιμα) μπορούν να ρυθμιστούν έως και σε 48 δόσεις ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος. Συγκεκριμένα, θα λαμβάνεται υπόψη:

– Ο μέσος όρος του συνολικού εισοδήματός τους (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) κατά τα τελευταία τρία φορολογικά έτη πριν από την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση.

– Το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο. Το συνολικό εισόδημα πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή ως εξής. Για εισόδημα:

– Από 0,01 ευρώ έως 15.000 ευρώ με συντελεστή 4%.
– Από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 ευρώ με συντελεστή 6%.
– Από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 ευρώ με συντελεστή 8%.
– Από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ με συντελεστή 10%.
– Από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 ευρώ με συντελεστή 12%.
– Από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ με συντελεστή 15%.
– Από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ με συντελεστή 20%.
– Πάνω από 100.000 ευρώ με συντελεστή 25%.

Κ.Πατήρης

Παρακάτω παρατίθεται το αναλυτικό κείμενο της εγκυκλίου 


 

 

Α.1010/2020

Καθορισμός χρόνου έναρξης εφαρμογής για την υπαγωγή στη πάγια ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 43 του ν. 4646/2019 (ΦΕΚ 201 Α΄) καθώς και ειδικών θεμάτων και λεπτομερειών εφαρμογής της πάγιας ρύθμισης της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013, όπως αυτή τροποποιήθηκε από τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4646/2019

20 Ιανουάριος 2020


Αριθμ. Α 1010/2020

(ΦΕΚ Β’ 187/30-01-2020)

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 43 «Τροποποίηση των περιπτώσεων 1, 3, 4, 7, 9, 12 και 15 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013 για την αύξηση των δόσεων της πάγιας ρύθμισης» του Κεφαλαίου Δ΄ καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 66 «Μεταβατικές διατάξεις και έναρξη εφαρμογής» του Κεφαλαίου Η΄ του ν. 4646/2019 (ΦΕΚ 201 Α΄) «Φορολογική μεταρρύθμιση με αναπτυξιακή διάσταση για την Ελλάδα του αύριο» και ειδικότερα της περίπτωσης 6 του άρθρου 43 του ως άνω νόμου, με τις οποίες παρέχεται εξουσιοδότηση να ορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της ρύθμισης αυτής με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).

2. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ 107 Α΄).

3. Τις διατάξεις της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1112/2013 (ΦΕΚ 1237 Β΄).

4. Τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α΄) «Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.)», όπως ισχύουν.

5. Τις διατάξεις του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α΄) «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.)», όπως ισχύουν.

6. Τις διατάξεις των άρθρων 306 παρ.4 και 312 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ 86 Α’).

7. Το π.δ. 142/2017 (ΦΕΚ 181 Α΄) «Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών».

8. Την αριθμ. Δ.ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017 (ΦΕΚ 968 Β΄) Απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)», όπως ισχύει.
 
9. Τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του Μέρους Πρώτου του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ 94 Α’) «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις», όπως ισχύουν.

10. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222Α΄), όπως ισχύει, περί σύστασης θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 και της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, όπως ισχύουν.

11. Την 1/20-1-2016 (ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 18) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν.4389/2016, όπως ισχύουν,και την αριθμ.39/3/30-11-2017 (ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 689) απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της Α.Α.Δ.Ε. «Ανανέωσης θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» καθώς και την αριθμ. 5294 ΕΞ 17-01-2020 απόφαση Υπουργού Οικονομικών «Ανανέωση της θητείας του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» (ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 27/17-1-2020).

12. Το π.δ. 83/2019 (ΦΕΚ 121 Α΄) «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».

13. Την αριθμ. Υ2/9-7-2019 (ΦΕΚ 2901 Β΄) απόφαση του Πρωθυπουργού «Σύσταση Θέσεων Αναπληρωτή Υπουργού και Υφυπουργών».

14. Την αριθμ. 339/18-7-2019 (ΦΕΚ 3051 Β΄) απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών, Απόστολο Βεσυρόπουλο».

15. Την ανάγκη καθορισμού ειδικότερων θεμάτων και λεπτομερειών για την εφαρμογή των διατάξεων της πάγιας ρύθμισης της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει.

16. Την εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.

17. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:
 
Άρθρο 1
Υποβολή αίτησης


Η αίτηση για υπαγωγή σε πρόγραμμα ρύθμισης των διατάξεων της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4646/2019, υποβάλλεται από την 26/2/2020 ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής για όλες τις περιπτώσεις που αυτό υποστηρίζεται τεχνικά. Εξαιρετικά και σε περίπτωση που υφίσταται αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής. Η αίτηση για ρύθμιση επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986.

Άρθρο 2
Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση


Στη ρύθμιση υπάγονται οφειλές που δεν είχαν υπαχθεί σε οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση η οποία κατά την 1.11.2019 ήταν σε ισχύ, όπως ενδεικτικά, ρυθμισμένες οφειλές κατά τις διατάξεις των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α΄), του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ 237 Α΄), του άρθρου 43 του ν. 4174/2013, της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ 107 Α΄), της παραγράφου 5 του πέμπτου άρθρου του ν.2275/1994 (ΦΕΚ 238 Α΄) ή του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.). Υποχρεωτικά ρυθμίζεται το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Ελεγκτικά Κέντρα και τα Τελωνεία σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α΄ 90, Κ.Ε.Δ.Ε.), τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170 Κ.Φ.Δ.), τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν. 2960/2001, Α΄ 265) και τον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα (καν. (ΕΕ) 952/2013, L 269) που κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής από οποιαδήποτε αιτία ή άλλη ρύθμιση τμηματικής καταβολής βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή προσωρινής διαταγής. Μετά από επιλογή του οφειλέτη δύνανται να ρυθμιστούν και:
α) οι βεβαιωμένες μη ληξιπρόθεσμες, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, οφειλές ή δόσεις οφειλών και
β) οι βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, οφειλές που τελούν σε αναστολή πληρωμής.

Άρθρο 3
Εισοδηματικά και λοιπά κριτήρια υπαγωγής στη ρύθμιση


1. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφειλών που ρυθμίζονται σε έως είκοσι τέσσερις (24) δόσεις (υποπερ. 1.α. (i) της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013) θα πρέπει να αποδεικνύεται η βιωσιμότητα του διακανονισμού. Για τον σκοπό αυτό ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης πρέπει με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 να δηλώνει το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων (κινητή και ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής), απαιτήσεις από τρίτους, καθώς και πληροφορίες που θα περιλαμβάνουν οφειλές του σε ασφαλιστικά ταμεία ή άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα και άλλες πάγιες υποχρεώσεις προς τρίτους εφόσον υφίστανται, το τρέχον και το αναμενόμενο εισόδημά του.

2. Ο αριθμός των δόσεων της ρύθμισης για τις οφειλές που ρυθμίζονται σε έως 48 δόσεις (υποπερ. 1.α. (ii) της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013) καθορίζεται με βάση την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης των τριάντα ευρώ (30). Στην περίπτωση αυτή υπάγονται και i) οι οφειλές που προκύπτουν από διοικητικό προσδιορισμό φόρου με βάση όχι στοιχεία που περιέχονται σε φορολογική δήλωση αλλά στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση από άλλες πηγές, με εξαίρεση τον προσδιορισμό κατά τις διατάξεις του άρθρου 5Α του ν. 4172/2013 καθώς και ii) οι οφειλές που προκύπτουν από εκτιμώμενο προσδιορισμό του φόρου.

Ειδικότερα:

α) Για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται με βάση το μέσο όρο του συνολικού εισοδήματός τους (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό), με οποιοδήποτε τρόπο και εάν έχει αυτό προσδιοριστεί (είτε βάσει δήλωσης του φορολογούμενου είτε κατόπιν ελέγχου ή οίκοθεν βάσει στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση), κατά τα τελευταία τρία φορολογικά έτη πριν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση ή το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο από το μέσο όρο, και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής. Για καθορισμό του αριθμού των δόσεων κατά τα ανωτέρω δεν λαμβάνεται υπόψιν το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους για το οποίο κατά τον χρόνο της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Ο αριθμός των δόσεων υπολογίζεται ως εξής: Το συνολικό εισόδημα πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται στο τρίτο και τέταρτο εδάφιο της υποπερίπτωσης β της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 43 του ν. 4646/2019. Το άθροισμα των γινομένων του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής. Ο αριθμός των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για κανένα από τα φορολογικά έτη που λαμβάνονται υπόψιν για τον καθορισμό της ικανότητας αποπληρωμής, ή έχει υποβάλει μηδενικές δηλώσεις για όλα τα έτη αυτά, χορηγείται ο μέγιστος αριθμός δόσεων, υπό τον περιορισμό του ποσού της ελάχιστης μηνιαίας δόσης. Για τον καθορισμό της ικανότητας αποπληρωμής προσμετράται το υπολειπόμενο ρυθμισμένο ποσό από ανεξόφλητες κατά τον χρόνο της υπαγωγής δόσεις ρυθμίσεων οι οποίες χορηγήθηκαν δυνάμει των διατάξεων της υποπερίπτωσης α’ (ii), στο βαθμό που ο χρόνος αποπληρωμής των δόσεων των προηγουμένων ρυθμίσεων συμπίπτει με τον χρόνο αποπληρωμής των δόσεων της ρύθμισης.

β) Για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται με βάση το μέσο όρο των συνολικών ακαθάριστων εσόδων, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν έχουν αυτά προσδιοριστεί (είτε βάσει δήλωσης του φορολογούμενου είτε κατόπιν ελέγχου ή οίκοθεν βάσει στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση), των τριών τελευταίων πριν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση φορολογικών ετών ή τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από τον μέσο όρο, και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής. Για καθορισμό του αριθμού των δόσεων κατά τα ανωτέρω δεν λαμβάνεται υπόψιν το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους για το οποίο κατά τον χρόνο της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Ο αριθμός των δόσεων υπολογίζεται ως εξής:
Τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα πολλαπλασιάζονται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται στο ένατο εδάφιο υποπερίπτωσης β της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 43 του ν. 4646/2019. Το άθροισμα των γινομένων των ακαθάριστων εσόδων με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής. Ο αριθμός των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης. Σε περίπτωση που για όλα τα φορολογικά έτη με βάση τα οποία καθορίζεται η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη έχουν υποβληθεί μηδενικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, χορηγείται ο μέγιστος αριθμός δόσεων, υπό τον περιορισμό του ποσού της ελάχιστης μηνιαίας δόσης. Για τον καθορισμό της ικανότητας αποπληρωμής λαμβάνονται κάθε φορά υπόψιν και οι οφειλές από ανεξόφλητες κατά τον χρόνο της υπαγωγής δόσεις ρυθμίσεων οι οποίες χορηγήθηκαν δυνάμει των διατάξεων της υποπερίπτωσης α’

(ii), στον βαθμό που ο χρόνος αποπληρωμής των δόσεων των προηγουμένων ρυθμίσεων συμπίπτει με τον χρόνο αποπληρωμής των δόσεων της ρύθμισης. Αν το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα έχει προβεί σε διακοπή εργασιών, ως συνολικά ακαθάριστα έσοδα για τον υπολογισμό του αριθμού των δόσεων λαμβάνονται υπόψη τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα, του φορολογικού έτους διακοπής εργασιών. Σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα έχει προβεί σε διακοπή εργασιών πέραν των πέντε ετών πριν την υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, μη συμπεριλαμβανομένου του έτους της αίτησης, χορηγείται ο μέγιστος αριθμός δόσεων. Για την εφαρμογή των οριζόμενων στην περ. β’ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, στις περιπτώσεις που οφειλέτες είναι νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, λαμβάνονται υπόψη τα συνολικά (φορολογούμενα ή απαλλασσόμενα) έσοδα.

Άρθρο 4
Καταβολή πρώτης δόσης


Για την υπαγωγή στη ρύθμιση πρέπει να καταβληθεί η πρώτη δόση εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση.

Με την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήματος περί υπαγωγής στη ρύθμιση της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, τα αποδιδόμενα ποσά από συμψηφισμούς του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., από παρακρατήσεις αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 και από μέτρα αναγκαστικής είσπραξης δύνανται να καλύπτουν την πρώτη δόση, εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της περ. 7 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

Άρθρο 5
Δεύτερη ευκαιρία υπαγωγής στη ρύθμιση


1. Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης, επιτρέπεται, με τους όρους και τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της περίπτωσης 1 του άρθρου 43 του ν. 4646/2019, όπως ενσωματώνεται στην περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, η υπαγωγή της ίδιας οφειλής ανά οφειλέτη στη ρύθμιση για δεύτερη φορά. Ο αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των δόσεων που υπολείπονταν κατά τον χρόνο απώλειας της ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή, για την εκ νέου υπαγωγή απαιτείται ως πρώτη δόση της ρύθμισης η προκαταβολή ποσού διπλάσιου της μηνιαίας δόσης της δεύτερης ρύθμισης.

2. Η δήλωση του ποσού της προκαταβολής γίνεται από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήματος υπαγωγής στη ρύθμιση.

3. Η προκαταβολή είναι καταβλητέα μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για δεύτερη ρύθμιση. Η δεύτερη ρύθμιση καθίσταται ενεργή με την προκαταβολή του ποσού που δηλώνεται από τον οφειλέτη. Οι υπόλοιπες δόσεις της δεύτερης ρύθμισης είναι καταβλητέες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που έπονται του μήνα αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση.

4. Το ποσό της προκαταβολής εξοφλείται με εκούσια καταβολή ή με συμψηφισμό κατ΄ άρθρο 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ΦΕΚ 90 Α΄) εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του παρόντος άρθρου.
 
Άρθρο 6
Ευεργέτημα συνέπειας στη ρύθμιση


Σε οφειλέτες που είναι συνεπείς στην εκπλήρωση των όρων της ρύθμισης μέχρι το πέρας αυτής, κατόπιν εξόφλησης της τελευταίας δόσης, επιστρέφεται ποσό, που ισούται με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των τόκων που ορίζονται στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 και έχουν επιβαρύνει το ποσό των δόσεων της ρυθμιζόμενης οφειλής. Το προς επιστροφή ποσό δεν παρακρατείται, δεν κατάσχεται και δεν συμψηφίζεται με άλλες υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το Δημόσιο ή τρίτους.

Η επιστροφή γίνεται κεντρικά ή τοπικά στις Δ.Ο.Υ./ Ελεγκτικά Κέντρα με ατομικά ή μαζικά φύλλα έκπτωσης. Όσον αφορά τις ρυθμισμένες στα Τελωνεία οφειλές, για την επιστροφή του σχετικού ποσού εκδίδεται απόφαση επιστροφής από το τμήμα Δικαστικού του αρμόδιου για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής Τελωνείο, από την οποία προκύπτει το προς επιστροφή ποσό, η οποία αποτελεί και τίτλο πληρωμής. Συντάσσεται σε τέσσερα αντίτυπα και υπογράφεται από τον Προϊστάμενο του τμήματος και του Τελωνείου. Στην απόφαση μνημονεύονται ο Α.Φ.Μ. και τα στοιχεία του δικαιούχου, το ποσό και η αιτία της επιστροφής, που διατυπώνεται με σαφήνεια. Ένα εκ των αντιτύπων της απόφασης παραδίδεται στο ταμείο του Τελωνείου για την πραγματοποίηση της επιστροφής, ένα παραδίδεται στον δικαιούχο της επιστροφής, ένα παραμένει στο αρχείο του δικαστικού και ένα αντίτυπο υποβάλλεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο με τον ενιαύσιο λογαριασμό κατά τα ισχύοντα. Η επιστροφή δύναται να διενεργείται και κεντρικά.

Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης και υπαγωγής των ίδιων οφειλών από τον ίδιο οφειλέτη σε ρύθμιση για δεύτερη φορά ως βάση υπολογισμού του ποσού των τόκων που επιστρέφονται, λαμβάνεται το σύνολο των τόκων της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 που επιβαρύνουν τις οφειλές από την πρώτη υπαγωγή τους στη ρύθμιση και ως την εξόφλησή τους.

Άρθρο 7
Λοιπά στοιχεία της ρύθμισης


α. Ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της πάγιας ρύθμισης της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μετά την εξόφληση της πρώτης δόσης αυτής εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της περ. 7 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 ή μετά την εξόφληση της προκαταβολής εντός της προθεσμίας της παραγράφου γ της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013 στην περίπτωση της υπαγωγής των ίδιων οφειλών από τον ίδιο οφειλέτη σε ρύθμιση για δεύτερη φορά.

β. Το ισχύον επιτόκιο με το οποίο υπολογίζεται ο τόκος της ρύθμισης προσδιορίζεται στην περ. 3 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Το επιτόκιο παραμένει σταθερό καθ΄ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.

Άρθρο 8
Χορήγηση Πιστοποιητικών Κεφαλαίου


1. Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η μνημόνευση και επισύναψη ή η προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. σύμφωνα με το άρθρο 54Α’ του Κ.Φ.Δ. και ο φορολογούμενος έχει ανεξόφλητες οφειλές από διαφορετικές πηγές, συμπεριλαμβανομένου του ΕΝ.Φ.Ι.Α., οι οποίες έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση, και στις περιπτώσεις που υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου είτε από τον υπόχρεο είτε από συμβολαιογράφο, ισχύουν τα οριζόμενα στις ΠΟΛ.1004/2015 (Β΄2) απόφαση ΓΓΔΕ και ΠΟΛ.1117/2015 εγκύκλιο.

2. Ως προς τον τρόπο χορήγησης του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από τυχερά παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001, εξακολουθούν να ισχύουν τα οριζόμενα στην ΠΟΛ.1117/2015.

3. Στις περιπτώσεις που κατά τη μεταβίβαση ή σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κ.λπ. χορηγούνται σωρευτικά πιστοποιητικό/ά φόρου κληρονομιών ή/και ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή/και αποδεικτικό ενημερότητας με τον όρο της παρακράτησης και απόδοσης των επ’ αυτών αναγραφόμενων ποσών, ισχύουν τα οριζόμενα στην ΠΟΛ.1118/2016 εγκύκλιο.

Άρθρο 9
Χρόνος έναρξης ισχύος εφαρμογής για την υπαγωγή στη ρύθμιση, μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις


1. Με την παρούσα απόφαση ορίζεται ως χρόνος έναρξης εφαρμογής για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4646/2019 η 26-2-2020. Μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία εξακολουθούν να υλοποιούνται οι διατάξεις της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 πριν την τροποποίηση με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4646/2019.

2. Οφειλές οι οποίες κατά την 1-11-2019 δεν τελούσαν σε ρύθμιση και οι οποίες μέχρι τις 26/2/2020 έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013 ή στη ρύθμιση του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α΄), δύνανται από τις 26-2-2020, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, να υπαχθούν, για το υπόλοιπο αυτών, σε ρύθμιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4646/2019. Διαφορετικά συνεχίζουν να τελούν σε ρύθμιση σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των προϊσχυουσών διατάξεων.

3. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των παρ. 3 περ. Γ, 6 περ. β, γ, υποπέρ. ii και iii, 7, 8 περ. α, β, γ, 9 και 10 της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1112/2013 (ΦΕΚ 1237 Β΄).

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 20 Ιανουαρίου 2020

O Υφυπουργός
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ