Ενημερωτικός Κόμβος

ΣτΕ 1666/2017 Φορολογία δωρεών. Ως δωρεά φορολογείται κάθε παροχή περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, εφόσον γίνεται οικειοθελώς και όχι σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης έναντι του δεχομένου την παροχή. Εξάλλου, η απόδειξη της παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει τη βεβαιούσα τον φόρο φορολογική αρχή

Περίληψη

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως δωρεά φορολογείται κάθε παροχή περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, εφόσον γίνεται οικειοθελώς και όχι σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης έναντι του δεχομένου την παροχή. Εξάλλου, η απόδειξη της παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει τη βεβαιούσα τον φόρο φορολογική αρχή

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β’

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 8 Μαρτίου 2017, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Μ. Πικραμένος, Σ. Βιτάλη, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτηση: του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς Αττικής, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του … του …, κατοίκου … (οδός … αρ. …), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Στεφανογιάννη Οικονόμου (A.M. 13801), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1105/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά τον νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτούς, η αναίρεση της 1105/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Δημοσίου κατά της 6253/2009 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρωθεί η 146/15-10-2003 πράξη προσδιορισμού φόρου άτυπης δωρεάς του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Κηφισιάς, με την οποία είχε επιβληθεί στον αναιρεσίβλητο κύριος φόρος 52.132,06 ευρώ και πρόσθετος, λόγω μη υποβολής δηλώσεως, 78.403,52 ευρώ.

3. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 118/1973 «Περί Κωδικός φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» (Α’ 202) ορίζεται ότι «Επιβάλλεται φόρος, κατά τα ειδικώτερον εν τω παρόντι οριζόμενα, επί των κτωμένων αιτία θανάτου, δωρεάς ή προικός περιουσιών […]». Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 34 του ίδιου ν. δ/τος ορίζονται τα εξής: «Κτήσις περιουσίας αιτία δωρεάς, δια την επιβολήν του φόρου, είναι: Α) Η εκ δωρεάς συνιστωμένης κατά τας διατάξεις του Αστικού Κώδικος. Β) Η εκ πάσης παροχής, παραχωρήσεως ή μεταβιβάσεως οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου άνευ ανταλλάγματος, έστω και αν δεν κατηρτίσθη έγγραφον» (βλ. και άρθρα 1 παρ. 1, 34 παρ. 1 ν. 2961/2001, Α’ 266). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως δωρεά φορολογείται κάθε παροχή περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, εφόσον γίνεται οικειοθελώς και όχι σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης έναντι του δεχομένου την παροχή. Εξάλλου, η απόδειξη της παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει τη βεβαιούσα τον φόρο φορολογική αρχή (ΣτΕ 3351/2002, ΣτΕ 696/2009).

4. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων η από 13.10.2003 έκθεση ελέγχου άτυπης δωρεάς των αρμοδίων ελεγκτών της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, προέκυψαν τα εξής: Σύμφωνα με το 168/14.3.1989 έγγραφο της Διεύθυνσης Ελέγχου Υπουργείου Οικονομικών, από έρευνα που διενεργήθηκε σε θυρίδα της Τράπεζας Κρήτης στο όνομα του … προέκυψε ότι ο αναιρεσίβλητος, ποδοσφαιριστής της …, είχε λάβει το ποσό των 100.000.000 δραχμών. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ν. Σμύρνης, με το 3653/23.3.1989 σημείωμα, να παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με την εκπλήρωση των φορολογικών του υποχρεώσεων. Με την από 17.4.1989 έγγραφη απάντησή του στην ως άνω πρόσκληση ο αναιρεσίβλητος υποστήριξε ότι είχε λάβει το ανωτέρω ποσό ως προκαταβολή για τη μεταγραφή του από την … στην …, ως εγγύηση δε για την τήρηση της συμφωνίας περί μεταγραφής του είχε καταθέσει την 982079 επιταγή της Τράπεζας CITIBANK, με ημερομηνία 15.7.1989, ποσού 100.000.000 δραχμών. Επίσης, προέβαλε ότι είχε επιστρέψει το ως άνω ποσό στην Τράπεζα Κρήτης, προσκομίζοντας προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού την από 14.4.1989 απόδειξη είσπραξης του προσωρινού Επιτρόπου της Τράπεζας Κρήτης …. Μετά τις ως άνω διαπιστώσεις και εξηγήσεις του αναιρεσιβλήτου η διάδικη φορολογική αρχή θεώρησε ότι στην περίπτωση αυτή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της παροχής του ανωτέρω ποσού προς τον αναιρεσίβλητο ως άτυπης δωρεάς με δωρητές τους … και … κατά ποσοστό 50% έκαστος, καθόσον δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί προκαταβολής του εν λόγω ποσού για τη μεταγραφή του στην …, η δε επιστροφή του ποσού αυτού στην Τράπεζα Κρήτης φανερώνει μεν έλλειψη νόμιμης αιτίας διατήρησης των δωρηθέντων στην κυριότητα του δωρεοδόχου, πλην η επίκληση της απόδοσης των δωρηθέντων δεν αποτελεί ανάκληση της συσταθείσας δωρεάς. Για τον λόγο αυτό η φορολογική αρχή εξέδωσε, ως προς το προερχόμενο από τον …. ποσό, την προαναφερόμενη πράξη προσδιορισμού φόρου άτυπης δωρεάς, με την οποία επέβαλε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τον επίδικο κύριο και πρόσθετο φόρο. Με προσφυγή του κατά της ως άνω πράξης ο αναιρεσίβλητος υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το προαναφερόμενο ποσό των 100.000.000 δραχμών είχε δοθεί σε αυτόν από τον …. ως προκαταβολή για τη συναίνεσή του στη μεταγραφή του από την … στην … και όχι ως δωρεά, επειδή δε η μεταγραφή του τελικώς δεν συντελέσθηκε, επέστρεψε το εν λόγω ποσό στην Τράπεζα Κρήτης δια του προσωρινού Επιτρόπου της ….. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του προσκόμισε επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο αποσπάσματος του φύλλου της εφημερίδας «…» της 23.2.1994, στο οποίο αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αναιρεσίβλητος, επί …, είχε υπογράψει πενταετές συμβόλαιο στον … αντί 500.000.000 δραχμών και είχε λάβει προκαταβολή 100.000.000 δραχμών το 1988 για την πενταετία που συμπλήρωνε το 1989. Εξάλλου, σύμφωνα με την προαναφερόμενη από 14.4.1989 απόδειξη είσπραξης του προσωρινού Επιτρόπου της Τράπεζας Κρήτης …, η οποία περιλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο, κατόπιν της ανωτέρω καταβολής, θεωρείται εξοφλημένη η 982079 επιταγή της Τράπεζας …, με ημερομηνία 15.7.1989, ποσού 100.000.000 δραχμών, που είχε εκδώσει ο αναιρεσίβλητος ως εγγύηση για την τήρηση της συμφωνίας περί μεταγραφής του στην … και προς εξασφάλιση της επιστροφής της δοθείσας προκαταβολής σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως της μεταγραφής του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε την προσβληθείσα με αυτή πράξη, αφού έκρινε ότι το ποσό των 100.000.000 δραχμών είχε δοθεί από τους … και … κατά ποσοστό 50% από τον καθένα, υπό την τότε ιδιότητά τους ως Προέδρου και Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της … αντιστοίχως, στον αναιρεσίβλητο ως αντάλλαγμα για τη συναίνεση αυτού στη μεταγραφή του στην …, η δε φέρουσα το βάρος απόδειξης φορολογική αρχή δεν απέδειξε ότι συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση η προϋπόθεση της παροχής άνευ ανταλλάγματος που τίθεται για τον χαρακτηρισμό της κτήσης περιουσίας «αιτία δωρεάς» κατ’ άρθρο 34 παρ. 1 περ. β’ του Ν.Δ/τος 118/1973. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο «λαμβάνοντας υπόψη α) ότι η φορολογική αρχή στηρίχθηκε για τον καταλογισμό του επίδικου φόρου στην επαύξηση αρχικώς της περιουσίας του [αναιρεσιβλήτου], πλην μόνη η επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου με το ανωτέρω ποσό δεν αποδεικνύει την χωρίς αντάλλαγμα παροχή του ποσού αυτού, β) ότι, σύμφωνα με την από 14.4.1989 απόδειξη εισπράξεως του προσωρινού Επιτρόπου της Τράπεζας Κρήτης …, η οποία, άλλωστε, αναφέρεται κατά περιεχόμενο στην έκθεση ελέγχου και, συνεπώς, σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται νομίμως υπόψη (ΣτΕ 446/2003), το ως άνω χρηματικό ποσό είχε δοθεί στον [αναιρεσίβλητο] ως προκαταβολή για τη μεταγραφή του στην … και γ) ότι, όπως προκύπτει από την ως άνω απόδειξη εισπράξεως και συνομολογείται από τη φορολογική αρχή, το εν λόγω ποσό επεστράφη στην Τράπεζα Κρήτης, και συνεκτιμώντας περαιτέρω το προεκτεθέν δημοσίευμα του φύλλου της εφημερίδας «…» της 23.2.1994, [έκρινε] ότι το ως άνω χρηματικό ποσό δόθηκε στον [αναιρεσίβλητο] για αιτία μη επακολουθήσασα και όχι για χαριστική αιτία, η δε φορολογική αρχή δεν απέδειξε το αντίθετο. Συνεπώς, […] μη νομίμως καταλογίσθηκε με την ένδικη πράξη σε βάρος του [αναιρεσιβλήτου] κύριος και πρόσθετος φόρος άτυπης δωρεάς για το ποσό των 50.000.000 δραχμών που αυτός είχε λάβει από τον …». Κατόπιν αυτών απέρριψε την έφεση.

5. Επειδή, η κρίση του διοικητικού εφετείου ότι το πιο πάνω χρηματικό ποσό δόθηκε στον αναιρεσίβλητο για αιτία μη επακολουθήσασα και όχι για χαριστική αιτία, η δε φορολογική αρχή δεν απέδειξε το αντίθετο, η οποία στηρίζεται στα πιο πάνω παρατιθέμενα συγκεκριμένα στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, μεταξύ των οποίων και στο γεγονός ότι το παραπάνω ποσό που,
σύμφωνα με την απόδειξη είσπραξης του προσωρινού επιτρόπου της Τράπεζας Κρήτης, είχε δοθεί ως προκαταβολή για τη μεταγραφή του αναιρεσιβλήτου στην …. και επεστράφη από αυτόν στην Τράπεζα Κρήτης, όπως και η φορολογική αρχή συνομολόγησε, είναι νομίμως και, κατ’ αρχήν, επαρκώς αιτιολογημένη. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα με επαναφορά (απορριφθέντος) ισχυρισμού της έφεσης περί του ότι η επιστροφή του ποσού έγινε μετά την προς τον αναιρεσίβλητο κοινοποίηση σημειώματος των άρθρων 50 παρ. 1 ν.δ. 3323/1955 και 117 παρ. 1 ν.δ. 118/1973 για παροχή διευκρινίσεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που πλήσσει ευθέως την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας ως απαράδεκτος. Εξάλλου, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ο λόγος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της σε πολύ μεταγενέστερα του ελέγχου δημοσιεύματα που κάθε ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να διοχετεύσει στον τύπο, καθόσον, όπως προαναφέρεται, η αναιρεσιβαλλομένη στήριξε την κρίση της στα πιο πάνω παρατιθέμενα συγκεκριμένα στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το διοικητικό εφετείο, απλώς δε «συνεκτίμησε περαιτέρω» το εν λόγω δημοσίευμα. Τέλος, ο ισχυρισμός ότι η αναιρεσιβαλλομένη προσέδωσε διαφορετικό περιεχόμενο στην απόδειξη είσπραξης του προσωρινού επιτρόπου ενώ δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που προκύπτουν από αυτήν, όπως ότι η κατάθεση από τον αναιρεσίβλητο επιταγής ως εγγύησης έγινε όχι πριν ή ταυτόχρονα με, αλλά μετά την εκταμίευση του επίμαχου ποσού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή συνδέεται με πραγματικό (χρόνος εκταμίευσης του ποσού, χρόνος κατάθεσης της επιταγής, μη δυναμένης να νοηθεί ως τέτοιου της 15ης-7-1989, η οποία αναγράφεται ως ημερομηνία έκδοσης, δοθέντος ότι η επιταγή αυτή μνημονεύεται στην από 14-4-1989 απόδειξη του προσωρινού επιτρόπου, η οποία προσκομίσθηκε με την από 17-4-1989 απάντηση του αναιρεσιβλήτου στη φορολογική αρχή), που δεν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και το Δημόσιο δεν προσδιορίζει με ποιο τρόπο το είχε θέσει υπ’ όψη των δικαστηρίων της ουσίας. Ο ίδιος ισχυρισμός, αν ήθελε θεωρηθεί ότι με αυτόν προβάλλεται παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου (της απόδειξης είσπραξης), είναι ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΣτΕ 2064/2015, ΣτΕ 2767/2015 κ.ά.).

6. Επειδή, κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2017